ٱلَّذِينَ كَانَتْ أَعْيُنُهُمْ فِى غِطَآءٍ عَن ذِكْرِى وَكَانُوا۟ لَا يَسْتَطِيعُونَ سَمْعًا
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
غطو
πέπλο
Ένα κάλυμμα που εμποδίζει την καθαρή αντίληψη μέχρι να αφαιρεθεί.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: غطو
Λήμματα: غطاء
Τύποι: غِطَآءٍ · غِطَآءَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
لَّقَدْ كُنتَ فِى غَفْلَةٍ مِّنْ هَٰذَا فَكَشَفْنَا عَنكَ غِطَآءَكَ فَبَصَرُكَ ٱلْيَوْمَ حَدِيدٌ