Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

قُطِعَ

κόπηκε

Παθητικό τριτοπρόσωπο αρσενικό ενικό τέλειο Μορφή Ι قطع: κόπηκε.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1

Ρίζες: قطع

Λήμματα: قطع

Τύποι: قُطِعَ

Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.

6:45

فَقُطِعَ دَابِرُ ٱلْقَوْمِ ٱلَّذِينَ ظَلَمُوا۟ وَٱلْحَمْدُ لِلَّهِ رَبِّ ٱلْعَٰلَمِينَ