فَقُطِعَ دَابِرُ ٱلْقَوْمِ ٱلَّذِينَ ظَلَمُوا۟ وَٱلْحَمْدُ لِلَّهِ رَبِّ ٱلْعَٰلَمِينَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
قُطِعَ
κόπηκε
Παθητικό τριτοπρόσωπο αρσενικό ενικό τέλειο Μορφή Ι قطع: κόπηκε.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: قطع
Λήμματα: قطع
Τύποι: قُطِعَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.