Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

الحَسَر

κόπωση

Μια κατάσταση εξάντλησης της δύναμης ή των πόρων από συνεχή προσπάθεια ή δαπάνες.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 3

Ρίζες: حسر

Λήμματα: محسور · يستحسر · حسير

Τύποι: مَّحْسُورًا · يَسْتَحْسِرُ · حَسِيرٌ

Παραδείγματα εμφανίσεων (3 από 3)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 3.

17:29

وَلَا تَجْعَلْ يَدَكَ مَغْلُولَةً إِلَىٰ عُنُقِكَ وَلَا تَبْسُطْهَا كُلَّ ٱلْبَسْطِ فَتَقْعُدَ مَلُومًا مَّحْسُورًا

21:19

وَلَهُۥ مَن فِى ٱلسَّمَٰوَٰتِ وَٱلْأَرْضِ وَمَنْ عِندَهُۥ لَا يَسْتَكْبِرُونَ عَنْ عِبَادَتِهِۦ وَلَا يَسْتَحْسِرُونَ

67:4

ثُمَّ ٱرْجِعِ ٱلْبَصَرَ كَرَّتَيْنِ يَنقَلِبْ إِلَيْكَ ٱلْبَصَرُ خَاسِئًا وَهُوَ حَسِيرٌ