تَظُنُّ أَن يُفْعَلَ بِهَا فَاقِرَةٌ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
يُفْعَلَ
να γίνει
Παθητικό γ ́ πρόσωπο αρσενικό ενικού υποτακτική ατελή Μορφή Ι فعل: να γίνει.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: فعل
Λήμματα: فعل
Τύποι: يُفْعَلَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.