Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό

ٱبْنَة

κόρη

Το ουσιαστικό ابنة: κόρη. Η διπλή του εμφάνιση αποδίδεται ως δύο κόρες.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: λήμμα · Εμφανίσεις: 2

Ρίζες: بني

Λήμματα: ابنت

Τύποι: ٱبْنَتَىَّ · ٱبْنَتَ

Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.

28:27

قَالَ إِنِّىٓ أُرِيدُ أَنْ أُنكِحَكَ إِحْدَى ٱبْنَتَىَّ هَٰتَيْنِ عَلَىٰٓ أَن تَأْجُرَنِى ثَمَٰنِىَ حِجَجٍ فَإِنْ أَتْمَمْتَ عَشْرًا فَمِنْ عِندِكَ وَمَآ أُرِيدُ أَنْ أَشُقَّ عَلَيْكَ سَتَجِدُنِىٓ إِن شَآءَ ٱللَّهُ مِنَ ٱلصَّٰلِحِينَ

66:12

وَمَرْيَمَ ٱبْنَتَ عِمْرَٰنَ ٱلَّتِىٓ أَحْصَنَتْ فَرْجَهَا فَنَفَخْنَا فِيهِ مِن رُّوحِنَا وَصَدَّقَتْ بِكَلِمَٰتِ رَبِّهَا وَكُتُبِهِۦ وَكَانَتْ مِنَ ٱلْقَٰنِتِينَ