Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό

إِنسِيّ

ανθρώπινος

إِنسِيّ: άνθρωπος; ανήκουν στην ανθρωπότητα.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1

Ρίζες: أنس

Λήμματα: إنسي

Τύποι: إِنسِيًّا

Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.

19:26

فَكُلِى وَٱشْرَبِى وَقَرِّى عَيْنًا فَإِمَّا تَرَيِنَّ مِنَ ٱلْبَشَرِ أَحَدًا فَقُولِىٓ إِنِّى نَذَرْتُ لِلرَّحْمَٰنِ صَوْمًا فَلَنْ أُكَلِّمَ ٱلْيَوْمَ إِنسِيًّا