Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

يُفْعَلُ

έγινε

Παθητικό γ' πρόσωπο αρσενικό ενικό δεικτική ατελής Τύπος Ι فعل: γίνεται.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1

Ρίζες: فعل

Λήμματα: فعل

Τύποι: يُفْعَلُ

Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.

46:9

قُلْ مَا كُنتُ بِدْعًا مِّنَ ٱلرُّسُلِ وَمَآ أَدْرِى مَا يُفْعَلُ بِى وَلَا بِكُمْ إِنْ أَتَّبِعُ إِلَّا مَا يُوحَىٰٓ إِلَىَّ وَمَآ أَنَا۠ إِلَّا نَذِيرٌ مُّبِينٌ